Δημητρός – Ελεύθερες Ώρες Β΄ 1976

Δημητρός

 

Από την Καππαδοκία;

Απ’την Αττάλεια; Πούθε;

Ποιος νοιάστηκε να μάθει;

Βρήκε μια βάρκα πήδησε

και στο Κατάκολο βγήκε.

«Με λένε θειάκο Δημητρό,

λίγο ψωμί, καμιά ελιά

κι όση δουλειά θελήσεις»

Γυρεύοντας περπάτησε

ως το νοτιά, κοντά μας.

«Με λένε μπάρμπα Δημητρό

τίμια δουλειά γυρεύω»

Έμεινε πρόσφυγας εδώ

θελήματα ολημερίς,

τον ερωτούσαν οι πιο πολλοί

πούθε κρατάει η σειρά του.

«Με λένε αδέλφια Δημητρό

απ’την Ανατολή φερμένος»

Στον πόλεμο εθελοντής

πρώτος να πολεμήσει.

Μεγάλος είσαι Δημητρό,

για πόλεμο δεν κάνεις.

Πικράθηκε, δεν μίλησε,

στην κατοχή λυγάει.

Χωρίς τροφή και άρρωστος

είπαν πεθαίνει ο Δημητρός,

λίγο ψωμί, να ζήσει.

Ποιος είχε κείνους τους καιρούς;

Κατάχαμα μια κουρελού,

το άψυχο κορμί του,

τριγύρω ως σαν λούλουδα

ψωμιά λίγα ριγμένα.

Της προσφοράς το στέρημα,

ποιος ήσουνα Δημήτρη;

 

Μεξικό

 

 

Reply