Ο Γεροέλληνας – Ελεύθερες Ώρες 1966

Ο Γεροέλληνας

 

Πέρα απ’το λόγο τον τραχύ

και την αψιά κουβέντα,

χτυπαναβαίνει μια καρδιά

και τ’οργιλό του βλέμμα

λιανοσκορπιέται γρήγορα.

 

Δεν πάει χρονιά με άδικο

μήνας, ημέρα, νύχτα.

Κι έχει μεγάλη φαμιλιά

Και όλοι τους τη δουλεύουν

μα προκοπή δε βρίσκει.

 

Πότες οι δύσκολοι καιροί

και του Θεού ο λόγος,

πότες σοδειές υδρόβρεχτες

μένουν στο χώμα έρμες.

Μα το τεφτέρι γράφει

 

Καιροκοπιέται ελπίζοντας

του χρόνου θα μας φτιάξει

Και μεσ’τη γή φυγεύει πια

ελπίδες και όνειρα μικρά

για τη φτωχή φαμίλια.

 

Μα να ο γυιός μεγάλωσε.

Μεγάλο δρόμο παίρνει

και φεύγει για την ξενιτιά

Στη γή των νικημένων

πιο νικημένος τούτος δω.

 

Ταχιά τη μέρα της Λαμπρής

θα φύγει κι ο μικρός του

Δύο στερνοφιλήματα

και η καρδιά πετρώνει,

στην ξένη χώρα που τραβά.

 

Μένει βουβός ο γέροντας

σβήνει η ματιά, βουρκώνει.

Σκορπιούνται, χάνει τα παιδιά

και τα κορίτσια από κοντά

σε άλλη γης πηγαίνουν

 

Μόνος στη γή του στέκεται

και τη βαρυοκοιτάζει.

Σκάβει κιβούρι τρίσβαθο.

Μονάχος μέσα μπαίνει

μιας κι όλα έχουν τελειώσει.

Reply