Φίλοι – Ελεύθερες Ώρες 1966

Φίλοι

 

Ο Μανωλιός κι ο Γυφτολιάς

μπαρκάραν σε γκαζάδικο.

Λιμοχωρίτες στεργιανοί

τον παιδεμό της θάλασσας

αλόγιαστα δεν ξέραν.

 

Την πρώτη νύχτα πλεύρισαν

στης Αραπιάς ’να πόρτο

Πισσόδερμοι ανεμογύριζαν

ραγιάδες, κλέβοντας

το λιγοστό το γκαζοφώς

 

Ξανοίχτηκαν σε πέλαγα,

τους ξέπλυνε ο φόβος.

Σε διπλοβάρδιες γύρισαν

μα τα μισθά δε φτάνανε

να στείλουν στην πατρίδα.

 

Ο Μανωλιός κι ο Γυφτολιάς

αντρέψαν βγάλαν γένια.

Ναύτες κουβέρτας δούλεψαν

πλάι σαράντα χρόνια

κι ούτε μια μέρα χώρια.

 

Πέταξε ο χρόνος έφυγε

ξεμπάρκαραν κι οι δυό τους.

Βγήκαν σε σύνταξη νωρίς,

για να περνά η ώρα

άμισθοι πήγαν φύλακες

σ’ένα κουνάγιο μόνοι.

Reply